Life is a journey

Πάτησες το κουμπάκι του ασανσέρ και αρχίσαμε να κατεβαίνουμε. Κοιταχτήκαμε συνωμοτικά σαν συνεννοημένοι και σκάσαμε στα γέλια σαν τα παιδιά που έβαλαν το δάχτυλο στην τούρτα, το έγλειψαν και αποφάσισαν να μην το πουν πουθενά.

Περπατάμε side by side, χωρίς να μιλάμε. Σιωπή που σημαίνει αποδοχή, όχι σιγή που σημαίνει απόσταση και έλλειψη επικοινωνίας. Η γρανιτένια καθημερινότητα βαραίνει σαν το βάρος όλου του κόσμου πάνω μας. Μας εξαντλεί, ψυχή μου, και καταστρέφει ό,τι ονειρευτήκαμε να κάνουμε μαζί. Χωρίς διέξοδο, χωρίς προοπτική.

Η νύχτα είναι τόσο ζεστή, κι ενώ ξέρουμε που θα καταλήξει, χαμογελάμε ασυναίσθητα, ανέμελα, δήθεν. Κοιτάω στα αστέρια και για να μην κλάψω, όσο κι αν το θέλω συναισθηματικά, καταλήγω λογικά να σκέπτομαι ότι τουλάχιστον, όταν, σε λίγο, θα κοιτάς κι εσύ ψηλά, θα βλέπεις τον ίδιο ουρανό! Βαθύ μπλε, καθαρές λάμψεις άστρων, όπως το χρυσαφένιο αγγελούδι σου, που είναι τώρα πια δικό μου.

Φεύγεις, μένω, έπρεπε να πάρουμε μια ενήλικη απόφαση. Καμιά επικοινωνία στον κόσμο δεν μπορεί να μας φέρει πιο κοντά, υποκαθιστώντας την ανθρώπινη επαφή, ακόμα κι αν βλέπω την αγαπημένη σου φατσούλα εικοσιτέσσερις φορές την ημέρα, μέσα από το κινητό μου. Σε απείλησα με «αντίο», απάντησες «κάνε ό,τι θέλεις, εγώ σε κουβαλάω μαζί μου». Δίκιο έχεις, αδύνατον να ξεχάσεις αυτούς που αγαπάς.

Οι αισθήσεις μου στο peak, τα νιώθω όλα τόσο έντονα…
Σαν τον ήχο των βημάτων μας στον πλακόστρωτο δρόμο… Σαν τον ήχο της μηχανής που πέρασε ξυστά και σε τράβηξα δυνατά απ’ το χέρι – τόσο αφηρημένος… Σαν τη μυρωδιά δερμάτινου τζάκετ πάνω σου -κάνει δροσιά εδώ, δίπλα στη θάλασσα… Σαν την μυρωδιά από το ταπεινό σαπούνι που πλυθήκαμε προτού φύγουμε για το αεροδρόμιο… Σαν το βάρος της βαλίτσας σου, που κουβαλάμε παντού, όπου πηγαίναμε… Σαν το βάρος από το σώμα σου, όταν μ’ αποχαιρετάς… Σαν τη θέρμη της νύχτας, που θα κρατήσουμε… Σαν τη θερμή αγκαλιά σου, όταν έφυγες, και σαν το σφίξιμο… Τη μέγγενη στην αναπνοή, όταν πρέπει να γυρίσω σπίτι και να κοιμηθώ λίγο… Ώσπου να φτάσεις στον προορισμό σου και να αρχίσεις πάλι να ζεις, να έχεις δουλειά, να έχεις λεφτά, να έχεις σπίτι, να γνωρίσεις γνωστούς, να βγαίνεις με φίλους… Νιώθω ότι όλα πρέπει να τα θυμάμαι, σαν να είσαι εκεί. Θυμάσαι; Εσύ μου έμαθες να μην φεύγω ποτέ, να μην τα παρατάω ποτέ, να μην ξεχνάω ποτέ, να διεκδικώ και να χαμογελάω…

Προτού ξημερώσει, φτάσαμε στο αεροδρόμιο. Ο διάδρομος επιβίβασης μακραίνει κι εγώ απομακρύνομαι πρώτη, λέω «δεν θα γυρίσω» πεισματικά, κι όμως γυρνάω. Όπως τότε, στο νοσοκομείο, που μου είπες «όλα καλά; να φύγω τώρα;» και σου έγνεψα «ναι» κι όμως, δευτερόλεπτα μετά, έτρεξα να σε προφτάσω, φωνάζοντάς σε όταν έφτασες στο ασανσέρ, αν και δεν μ’ άκουγες πια. Μου λείπεις ήδη…

Η ίδια κενή ψυχή με κατατρέχει και θέλει να ξεχαστεί είτε με αλκοόλ, είτε με παράδοση άνευ όρων στην κούραση. Διαλέγω το δεύτερο, όχι για να ξεχάσω, αλλά για να σε πάρω για λίγο μαζί μου, απλό μου αγγελούδι. Λίγα λεπτά μετά, ακούω το γέλιο σου μέσα στον ταραγμένο μου ύπνο.

Έχεις δίκιο, αδύνατον να ξεχάσεις αυτούς που αγαπάς. Υou just move on, with a hole instead of a heart.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s