Ο προσωπικός του Θεός

ImageΉρθα. Έφυγα. Έμεινα. Είμαι εδώ. Τώρα που όλοι έφυγαν, εγώ ξέρω πως είμαι μόνος και επιζώ. Απλά πράγματα, φαγητό, επιβίωση και δουλειά, ονείρατα. Αλήθεια, μ’ ακούει, σου λέω. Μιλάω τα βράδια, μιλάω όταν είμαστε μόνοι μέσα, στο ναό. Ψιθυριστά, να μην μας ακούσει ο παπάς, ο «μεσάζων». Από τότε που πήρε το κοινοτικό κονδύλι για την ανακαίνιση, έγινε πονόψυχη ψυχή. Και απόκτησε μερσέντες, ο «μεσάζων». Ας είναι.

Εγώ έχω ένα ποδήλατο. Το μόνο που μου άφησε ο πατέρας. Κάνω χιλιόμετρα και μετράω τη μακροθυμία Του. Πάω στο διπλανό χωριό γιατί εκεί έχουν γιατρό, ταχυδρομείο και παντοπωλείο. Κάποτε, τότε που ήμουν Αθήνα και έψαχνα τον εαυτό μου, έτρωγα όλη την ημέρα ψάχνοντας για δουλειά. Δεν με ήθελαν πουθενά, καλά αφεντικά, πρώτα μου φέρονταν μπερεκέτι και μετά δεν με πλήρωναν και με έβαζαν να πάω Πειραιά –Κορωπί για θελήματα. Και μετά με απέλυαν. Και εγώ μετά έψαχνα για φάρμακα γιατί έχανα τον εαυτό μου, σιγά σιγά. Ένα βράδυ, είχα πιει πολύ και κοιμήθηκα σε ένα παγκάκι. Ήταν τότε που είχα ζητήσει βοήθεια σε κάτι γνωστούς στα Βόρεια Προάστεια και με διώξανε γιατί τρόμαζα τα παιδιά τους. Το ομολογώ, ήμουν αξύριστος και δεν είχα να πάρω…, αλλά δεν τα τρόμαξα κιόλας. Πεινούσα και δεν είχα και χάπια, αλλά με πέταξαν έξω σαν το σκυλί. Απελπίστηκα, δεν ήθελα να δω κανέναν. Με μάζεψαν και με βάλανε σε ένα κρατητήριο με ξένους για να περάσω αυτόφωρο. Ένας ξερνούσε μετά από μεθύσι, ίσως να ‘μουν κι εγώ. Άλλος περνούσε στερητικά και χτυπούσε το κεφάλι του με δύναμη στον τοίχο, ίσως να ‘μουν κι εγώ. Κάτι ξένοι ουρούσαν σε έναν κουβά και μύριζαν, καθότι ήταν άπλυτοι για δέκα μέρες, περιμένοντας μεταγωγή. Όταν πέρασα αυτόφωρο, μ’ αφήκαν ελεύθερο να γυρίσω στο χωριό μου. Με έγιανε η μάνα μου, που μ’ έβαλε σε μια κάμαρη μόνο με τα τσιγάρα μου και ξερνούσα μέχρι να αποτοξινωθώ. Ο πατέρας μου με είχε ξεγράψει και με αποκλήρωσε. Φώναζε ότι ήμουν «το όνειδος». Δεν ξέρω τι είναι κι ούτε με νοιάζει. Ύστερα πέθανε κι η μάνα μου πέθανε από καρκίνο λίγο μετά. Τα αδέλφια μου ζούνε αλλού. Κάποτε βγαίναμε έξω όλοι μαζί και διασκεδάζαμε. Τώρα έκαναν οικογένειες και παιδιά και δεν μου μιλάνε. Δεν με θέλουνε γιατί είμαι παρλιακός, όταν θυμώνω τα κάνω όλα λίμπα. Μα εγώ δεν θυμώνω ποτές. Ας είναι καλά ο Θεός. Που μου βρήκε δουλειά στην εκκλησία να ζωγραφίζω αγιογραφίες. Πάντα ζωγράφιζα καλά και πάντα τα είχα καλά με το Θεό. Όταν ήμουν δεκαοχτώ, έκανα εξάσκηση, ζωγραφίζοντας όλα τα παιδάκια που έρχονταν για διακοπές στο χωριό. Μπήκα στη Σχολή Καλών Τεχνών αλλά σταμάτησα γιατί ο πατέρας μου ήθελε καλύτερα να γίνω μπογιατζής παρά ζωγράφος.  «Άχρηστο πράγμα» με έλεγε. Ο Θεός όμως μου βρήκε δουλειά, να ζωγραφίζω στην εκκλησία.    

Τα αδέλφια μου και τα ανίψια μου τα βλέπω όταν έρχονται στο χωριό για διακοπές το καλοκαίρι. Μου είπαν να ξεκουμπιστώ να φύγω, να πάω στο ίδρυμα της Βλαχέρνας, για να κάνουν επέκταση στο σπίτι να έχουν περισσότερα δωμάτια, να φιλοξενούν και φίλους. Στο ίδρυμα είναι γηροκομείο κι εγώ δεν είμαι γέρος ακόμα για να με κρατήσουν. Ας είναι καλά…Μια ζωή μόνος, κανείς δεν με καταλαβαίνει…Μόνο η μάνα μου λίγο, που πέθανε και την θάψανε κι ήτανε μωβ.

Όλα τα χρώματα είναι καλά. Το αραποσίτι είναι κίτρινο και χρυσό, όπως το φωτοστέφανο των αγίων. Όλοι οι άγιοι έχουν δέρμα χαλκοπράσινο σαν της ελιάς, σαν να κάνουν αιμοκάθαρση, αλλά δεν πειράζει, είναι φίλοι μου. Τα ρούχα τους είναι πορφυρά σαν παπαρούνες και τα μαλλιά τους καφέ σαν κάστανο. Και οι πλεξούδες των αγιαζουσών είναι σαν το στάχυ, σφιχτές και μαζεμένες. Τι θέλω να πω; Όλα μες στην ζωή είναι. Και τα χρώματα και ο καφές και οι άγιοι, που περνάμε τις ώρες μας μαζί. Τη νύχτα προτού κοιμηθώ διαβάζω τους βίους τους, καθότι δεν μ’ αφήνουν να έχω και τηλεόραση γιατί θα τρελαθώ και μετά δεν θα συμμαζεύομαι. Εγώ όμως βλέπω στο καφενείο όταν πάω, και βρίζουν οι χριστιανοί και βγάζουν τ’ απωθημένα τους όχι σε μένα, σ’ αυτούς που τσακώνονται. Και ο παπάς ξεκαρδίζεται στα γέλια και λέει «μη βρίζεις, ευλογημένε!» και γελάνε όλοι μαζί πρίμο σεκόντο. Όλοι τους είναι καλοί άνθρωποι τότε γιατί δεν έχουν περάσει ό.τι έχω περάσει εγώ. Ο πατέρας μου με χτύπαγε με τη ζωστήρα γιατί ήμουν ανήσυχος και ζωηρός. Αλλά η μάνα μου ήταν το αρνί του Θεού και έμπαινε μπροστά και το γλίτωνα. Γι αυτό επήρα χάπια τότες, γιατί δεν άντεχα άλλο και δεν είχα και λεφτά. Ας είναι, τους συγχωρνάω όλους. Ποιος ξέρει τι θα συμβεί μεθαύριο. Γιατί γι’ αύριο, έχει ο Θεός…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s