Ο προσωπικός του Θεός

ImageΉρθα. Έφυγα. Έμεινα. Είμαι εδώ. Τώρα που όλοι έφυγαν, εγώ ξέρω πως είμαι μόνος και επιζώ. Απλά πράγματα, φαγητό, επιβίωση και δουλειά, ονείρατα. Αλήθεια, μ’ ακούει, σου λέω. Μιλάω τα βράδια, μιλάω όταν είμαστε μόνοι μέσα, στο ναό. Ψιθυριστά, να μην μας ακούσει ο παπάς, ο «μεσάζων». Από τότε που πήρε το κοινοτικό κονδύλι για την ανακαίνιση, έγινε πονόψυχη ψυχή. Και απόκτησε μερσέντες, ο «μεσάζων». Ας είναι.

Εγώ έχω ένα ποδήλατο. Το μόνο που μου άφησε ο πατέρας. Κάνω χιλιόμετρα και μετράω τη μακροθυμία Του. Πάω στο διπλανό χωριό γιατί εκεί έχουν γιατρό, ταχυδρομείο και παντοπωλείο. Κάποτε, τότε που ήμουν Αθήνα και έψαχνα τον εαυτό μου, έτρωγα όλη την ημέρα ψάχνοντας για δουλειά. Δεν με ήθελαν πουθενά, καλά αφεντικά, πρώτα μου φέρονταν μπερεκέτι και μετά δεν με πλήρωναν και με έβαζαν να πάω Πειραιά –Κορωπί για θελήματα. Και μετά με απέλυαν. Και εγώ μετά έψαχνα για φάρμακα γιατί έχανα τον εαυτό μου, σιγά σιγά. Ένα βράδυ, είχα πιει πολύ και κοιμήθηκα σε ένα παγκάκι. Ήταν τότε που είχα ζητήσει βοήθεια σε κάτι γνωστούς στα Βόρεια Προάστεια και με διώξανε γιατί τρόμαζα τα παιδιά τους. Το ομολογώ, ήμουν αξύριστος και δεν είχα να πάρω…, αλλά δεν τα τρόμαξα κιόλας. Πεινούσα και δεν είχα και χάπια, αλλά με πέταξαν έξω σαν το σκυλί. Απελπίστηκα, δεν ήθελα να δω κανέναν. Με μάζεψαν και με βάλανε σε ένα κρατητήριο με ξένους για να περάσω αυτόφωρο. Ένας ξερνούσε μετά από μεθύσι, ίσως να ‘μουν κι εγώ. Άλλος περνούσε στερητικά και χτυπούσε το κεφάλι του με δύναμη στον τοίχο, ίσως να ‘μουν κι εγώ. Κάτι ξένοι ουρούσαν σε έναν κουβά και μύριζαν, καθότι ήταν άπλυτοι για δέκα μέρες, περιμένοντας μεταγωγή. Όταν πέρασα αυτόφωρο, μ’ αφήκαν ελεύθερο να γυρίσω στο χωριό μου. Με έγιανε η μάνα μου, που μ’ έβαλε σε μια κάμαρη μόνο με τα τσιγάρα μου και ξερνούσα μέχρι να αποτοξινωθώ. Ο πατέρας μου με είχε ξεγράψει και με αποκλήρωσε. Φώναζε ότι ήμουν «το όνειδος». Δεν ξέρω τι είναι κι ούτε με νοιάζει. Ύστερα πέθανε κι η μάνα μου πέθανε από καρκίνο λίγο μετά. Τα αδέλφια μου ζούνε αλλού. Κάποτε βγαίναμε έξω όλοι μαζί και διασκεδάζαμε. Τώρα έκαναν οικογένειες και παιδιά και δεν μου μιλάνε. Δεν με θέλουνε γιατί είμαι παρλιακός, όταν θυμώνω τα κάνω όλα λίμπα. Μα εγώ δεν θυμώνω ποτές. Ας είναι καλά ο Θεός. Που μου βρήκε δουλειά στην εκκλησία να ζωγραφίζω αγιογραφίες. Πάντα ζωγράφιζα καλά και πάντα τα είχα καλά με το Θεό. Όταν ήμουν δεκαοχτώ, έκανα εξάσκηση, ζωγραφίζοντας όλα τα παιδάκια που έρχονταν για διακοπές στο χωριό. Μπήκα στη Σχολή Καλών Τεχνών αλλά σταμάτησα γιατί ο πατέρας μου ήθελε καλύτερα να γίνω μπογιατζής παρά ζωγράφος.  «Άχρηστο πράγμα» με έλεγε. Ο Θεός όμως μου βρήκε δουλειά, να ζωγραφίζω στην εκκλησία.    

Τα αδέλφια μου και τα ανίψια μου τα βλέπω όταν έρχονται στο χωριό για διακοπές το καλοκαίρι. Μου είπαν να ξεκουμπιστώ να φύγω, να πάω στο ίδρυμα της Βλαχέρνας, για να κάνουν επέκταση στο σπίτι να έχουν περισσότερα δωμάτια, να φιλοξενούν και φίλους. Στο ίδρυμα είναι γηροκομείο κι εγώ δεν είμαι γέρος ακόμα για να με κρατήσουν. Ας είναι καλά…Μια ζωή μόνος, κανείς δεν με καταλαβαίνει…Μόνο η μάνα μου λίγο, που πέθανε και την θάψανε κι ήτανε μωβ.

Όλα τα χρώματα είναι καλά. Το αραποσίτι είναι κίτρινο και χρυσό, όπως το φωτοστέφανο των αγίων. Όλοι οι άγιοι έχουν δέρμα χαλκοπράσινο σαν της ελιάς, σαν να κάνουν αιμοκάθαρση, αλλά δεν πειράζει, είναι φίλοι μου. Τα ρούχα τους είναι πορφυρά σαν παπαρούνες και τα μαλλιά τους καφέ σαν κάστανο. Και οι πλεξούδες των αγιαζουσών είναι σαν το στάχυ, σφιχτές και μαζεμένες. Τι θέλω να πω; Όλα μες στην ζωή είναι. Και τα χρώματα και ο καφές και οι άγιοι, που περνάμε τις ώρες μας μαζί. Τη νύχτα προτού κοιμηθώ διαβάζω τους βίους τους, καθότι δεν μ’ αφήνουν να έχω και τηλεόραση γιατί θα τρελαθώ και μετά δεν θα συμμαζεύομαι. Εγώ όμως βλέπω στο καφενείο όταν πάω, και βρίζουν οι χριστιανοί και βγάζουν τ’ απωθημένα τους όχι σε μένα, σ’ αυτούς που τσακώνονται. Και ο παπάς ξεκαρδίζεται στα γέλια και λέει «μη βρίζεις, ευλογημένε!» και γελάνε όλοι μαζί πρίμο σεκόντο. Όλοι τους είναι καλοί άνθρωποι τότε γιατί δεν έχουν περάσει ό.τι έχω περάσει εγώ. Ο πατέρας μου με χτύπαγε με τη ζωστήρα γιατί ήμουν ανήσυχος και ζωηρός. Αλλά η μάνα μου ήταν το αρνί του Θεού και έμπαινε μπροστά και το γλίτωνα. Γι αυτό επήρα χάπια τότες, γιατί δεν άντεχα άλλο και δεν είχα και λεφτά. Ας είναι, τους συγχωρνάω όλους. Ποιος ξέρει τι θα συμβεί μεθαύριο. Γιατί γι’ αύριο, έχει ο Θεός…

Το πρώτο φιλί

Έβρεχε λίγο και έπρεπε να τον δω. Σαν να έχεις ανάγκη να συναντήσεις δύο μάτια, το βλέμμα του άλλου,  να γνωριστείς με τις ιδέες και το πνεύμα του, να γνωρίσεις το σώμα του, να νιώσεις την ανάσα κοντά στο μαγουλό σου και τη φωνή να σχηματίζει λέξεις, ψιθυριστά, χιλιοστά μακριά από το δεξί σου αυτί, για να επιβεβαιώσεις τον ενθουσιασμό και την νεότητά σου

Σαν να μην σε σταματάει τίποτα από το να νιώσεις… να νιώσεις έντονα την στιγμή. Να ξέρεις πως έχεις ερωτευτεί για πρώτη φορά και να θες να κρατήσεις όλες τις στιγμές που περνούν και χάνονται, στη μνήμη σου, για πάντα.

Κι έτσι βγαίνεις στη βροχή. Δεν θέλει να μιλήσει, δεν ξέρει να μιλήσει, δεν περιμένεις τίποτα…λιγότερο… από όλα. Προσπαθεί να ανταπεξέλθει με μια «αγορίστική» συζήτηση, με κόντρα και αντιπαράθεση, απεμπολώντας κάθε αίσθηση τρυφερότητας. Φοβισμένος, λες, δώσε μια ευκαιρία στο συναίσθημα να αναδυθεί. Μοιράζεσαι την ίδια ομπρέλα υποχρεωτικά, την μυρωδιά του και λίγο από το άγγιγμά του και λίγο από το σώμα του. Μα δεν φτάνει, σε λίγο το βροχερό απόγευμα τελειώνει. Γιατί έχει και άλλες δουλειές…Γιατί δεν ξέρει να βάζει προτεραιότητες, δεν έμαθε να αγαπάει, δίνοντας στην αγάπη χώρο και χρόνο απέραντο και επίμονο.  Λίγο, μισό, ανόητο, άγουρο, αδέξιο, πόσο γλυκό όμως…το να αγαπάς. Νιώθω ότι απομακρύνεται άπραγος και αδιάφορος, νιώθω ότι θα χάσω κάτι πολύτιμο, γι’ αυτό θα κάνω το πρώτο βήμα. 

Μερικά , κοντά στην πανεπιστημιακή λέσχη της σχολής που θα φιλοξενήσει αργότερα και τους δυο μας, μέσα στην βροχή...το πιο γλυκό και γεμάτο φιλάκι της ζωής μας, σαν δυο μικρά παιδάκια που αποφάσισαν να το παίξουν ενήλικοι, ξεκινώντας ένα καινούριο παιχνίδι, αυτό της ζωής…μετά το πρώτο φιλί.Image

Το άλογο

Προτού χαράξει η αυγή,η γαλήνη του ποταμού ταράχτηκε από την φτεροπόδαρη φιγούρα που διψούσε να πιεί νερό. Ήταν ένα άλογο με καφέ πλάτη και μια χαίτη που ανέμιζε περήφανα. Αφουγκραζόταν τον άνεμο και ξαφνικά σαν να πήρε κάποιο μήνυμα μέσα στην απόλυτη σιωπή, άρχισε να καλπάζει προς μια απροσδιόριστη κατεύθυνση, με τη σιγουριά γέρου ανθρώπου και την ανυπομονησία μικρού παιδιού.

Ίδρωσε,κουράστηκε το άλογο, αλλά συνέχισε να τρέχει με αμείωτη ταχύτητα, προσπερνούσε τα εμπόδια, σκαρφάλωνε λόφους, πατούσε για πρώτη φορά πράσινο δροσερό χορτάρι μακρινών λειβαδιών, πετούσε γρήγορα και δυνατά σαν αδερφός του ανέμου και μες στα χαράματα μπορούσες να ακούσεις σχεδόν την κομμένη ανάσα του αγκομαχητού του.

Σαν να συναγωνιζόταν τον εαυτό του,τα μάτια του κοιτούσαν εμπρός και οι μύες του τεντωμένοι πονούσαν, αλλά το άλογο συνέχιζε την κούρσα του με αντίπαλο το χρόνο, αδιαφιλονίκητος νικητής, λόγω του πεισματός του και μόνο.

Μες στις τεράστιες αποστάσεις που διάνυσε, κανένας λόγος δεν ήταν αρκετά σοβαρός για να το σταματήσει, καθώς το άλογο ήταν αποφασισμένο να φτάσει στο μυστικό προορισμό του, ακόμα κι αν πέθαινε εκεί. Σε κανένα ξέφωτο δεν συνάντησε διαβάτη,σε κανένα ποτάμι δεν βούλιαξε στα νερά, σε κανένα βουνό δεν πτοήθηκε από τις κοφτερες πετρούλες και τη σκόνη.

Μόνο σε ένα σκοτεινό δάσος με καστανιές όσο το μποϊ μυθικών προσώπων και πιο ψηλά, όπου ήξερε ότι έπρεπε να προχωράει προσεκτικά και με το κεφάλι χαμηλά, εκείνο τριπόδισε ελεύθερο γιατί πια η λαχτάρα του να φτάσει στο τέρμα το είχε κυριεύσει, γιατί ένιωσε ότι ζούσε πια μόνο για τη στιγμή που θα αντίκρυζε τον τόπο που ονειρεύτηκε στην αρχή του ταξιδιού.

Τότε ήταν που το κλαδάκι εκείνο μπλέχτηκε στο διάβα του και του ‘κανε τρικλοποδιά πονηρή, όπως μόνο άνθρωπος θα μπορούσε και γαντζώθηκε στο μπροστινό αριστερό του πόδι και δεν μπόρεσε να το ξεσκαλώσει εγκαίρως και σωριάστηκε το άλογο στο έδαφος, πάνω στα ξερά φύλλα, αφήνοντας έναν γδούπο και ένα βογγητό… Δεν θα έφτανε ποτέ στον προορισμό του το καφετί άλογο, όχι γιατί δεν το μπορούσε ή γιατί ήταν μακριά, αλλά γιατί το ήθελε πολύ…

horsewithnoname.bmp

 

Ο ανθρωπάκος

Ο σκυφτός άνθρωπος περπατούσε στο μέσα μέρος του πεζοδρομίου και όταν οι άλλοι άνθρωποι συναντούσαν το δρόμο του, ζάρωνε και σχεδόν ακουμπούσε τους τοίχους των κτιρίων. Κανείς δεν γύριζε να ξοδέψει δεύτερη ματιά επάνω του. Φαινόταν τόσο μελαγχολικά μίζερος, στενάχωρος και θλιβερός. Έμοιαζε με μικρό φοβισμένο λαγό, μέσα στο μαύρο μακρύ παλτό από καμπαρντίνα. Είχε τα χέρια του σφιγμένα στα πλευρά και βαθιά χωμένα στις τσέπες. Χωρίς αμφιβολία, έγερνε προς τα εμπρός σαν να ‘χε το βάρος του κόσμου ακουμπισμένο στος αδύναμους ώμους του. Σαν να κουβαλούσε το φορτίο της ζωής από τα μικρά του χρόνια ως εκείνη τη στιγμή ακέραιο, χωρίς να το μοιραστεί ποτέ με κανέναν. 
Στο τέρμα του δρόμου, πήρε μια αριστερή στροφή και άρχισε να ανηφορίζει σιγά-σιγά προς την κορυφή του λόφου. Ο θόρυβος του πολυσύχναστου δρόμου, οι άνθρωποι, οι φωνές, οι ήχοι των αυτοκινήτων έσβηναν ώσπου έμεινε μόνο ένα βουητό, την ώρα που ο ήλιος χαμήλωνε και το φως γινόταν όλο και πολυτιμότερο. Πάντα με χαμηλωμένο το κεφάλι, ο σκυφτός άνθρωπος περπατούσε ανάμεσα στα δέντρα αργά και σταθερά, ώσπου έφτασε στον προορισμό του. Με μεγάλη επιφύλαξη κοίταξε δεξιά-αριστερά… 
Κοιτάζει γύρω του, μια ολόκληρη πόλη είναι στα πόδια του. Ένας ολόκληρος κόσμος ζει χωρίς αυτόν. Οι άνθρωποι είναι τόσο μικροί και τα αυτοκίνητα κινούνται αργά σαν τηλεκατευθυνόμενα παιδικά παιχνίδια. Μια γκρι παιδική πόλη, πολλά οικοδομικά τετράγωνα, πολλά, αναρίθμητα σπίτια, εκατοντάδες δρόμοι της πόλης, πλατείες, εκκλησίες, γέφυρες, μνημεία αρχαία και στο βάθος, ήρεμη θάλασσα που σχεδόν δεν ξεχωρίζει από τον ουρανό. Το πορτοκαλί φως δύοντος ήλιου δίνει ζεστές ανταύγειες στην πόλη, την ομορφαίνει σημαντικά καθώς χάνονται στη σκιά οι σκοτεινές γωνίες της. 
Τότε ο άνθρωπος κοιτάζει ερωτηματικά τον ουρανό που στηρίζεται από πάνω του. Ίσως να ευχήθηκε να στείλει βροχή για να τον ξεπλύνει από τις αμαρτίες του. Ίσως να ζητούσε κάποια χάρη ή μπορεί να έψαχνε για κανένα σύννεφο να κρεμαστεί. Ίσως πάλι να ήθελε να δει το πρόσωπο του αποστολέα του. 
Γιατί ήταν η στιγμή που ο σκυφτός άνθρωπος γδύθηκε την καμπαρντίνα του. Την πέταξε μακριά από τους ώμους του, έπεσε στο χώμα και λερώθηκε από τη σκόνη αλλά εκείνος δεν νοιάστηκε καθόλου. Κοιτούσε τα παπούτσια του ταπεινά. Μετά τίναξε ξανά τους ώμους του και εμφανίστηκαν δύο λευκές φτερούγες που πριν κρύβονταν κάτω από το μακρύ πανωφόρι του. Έφταναν ως τα πόδια του και οι άκρες τους έγλυφαν τη γη. Σε πλήρη ανάπτυξη είχαν τις διαστάσεις της αγκαλιάς του ανοιγμένης και ήταν δυνατές, κατάλληλες για πέταγμα μεγάλων αποστάσεων. Ο σκυφτός άνθρωπος δεν ήταν πια σκυφτός. 
Ο άνθρωπος αιωρήθηκε απαλά πάνω από την πόλη και είπε να ξεχάσει τι του έκαναν οι άνθρωποι μια ολόκληρη ζωή. Είπε λοιπόν δυο λέξεις και χάρισε την ψυχική του γαλήνη σε ένα παιδί που την χρειαζόταν πολύ. Έτσι διαλύθηκε στον εωθινό ουρανό. Η ψυχή του πήγε να καθίσει στα δεξιά του δημιουργού του και ψιθυριστά τον ρώτησε αν ήθελε να του μάθει να παίζει τάβλι…Image

Remember September

Κάθε φορά που περνά ο Σεπτέμβρης, περπατώντας περήφανα σαν να πηγαίνει σε εκδρομή παιδιών ή σχολική παρέλαση,  εγώ παλεύω ανάμεσα στην μελαγχολία του τέλους της ανεμελιάς των καλοκαιρινών ημερών και την αναρχική άρνηση της πειθαρχίας και της ρουτίνας μιας σχολικής τάξης.

Μετά έρχονται οι βροχές και το χώμα μυρίζει υπέροχα, τα βρεγμένα φύλλα στο δρόμο και τα πάρκα, αλλάζουν χρώμα και μαζεύονται  κάτω από τα δέντρα σε σωρούς που ο αέρας σκορπάει παντού, χωρίς να νοιαστεί για την τάξη και την καθαριότητα των ανθρώπων.

Μυρίζω το άρωμα της γης, του τσαγιού με άρωμα περγαμόντο, του καφέ. Ακούω την καφετιέρα να βράζει το νερό, ακούω τον άνεμο να φυσάει μέσα από τα δέντρα, ακούω την βροχή που πέφτει και δημιουργεί ποτάμι στο ανηφορικό δρόμο του λόφου που μένω. Βλέπω τα σύννεφα να αλλάζουν το γαλάζιο του ουρανού σε γκρι απαλό, σαν βαμβάκι, βλέπω τις πρώτες υγρές σταγόνες, την οργή των στοιχείων της φύσης στο χτύπημα του κεραυνού, τα πουλιά στο ηλεκτρικό σύρμα που πετούν τρομαγμένα να κρυφτούν, κι εγώ μέσα από την ασφάλεια του σπιτιού μου παρατηρώ τον κόσμο και αναπολώ αισθήσεις και μνήμες…

Πρωτάκι στο σχολείο, ρωτάω τους γονείς μου γιατί πρέπει να έχουμε τόσα τετράδια. Πήρα βιβλία και πέρασα όλο το απόγευμα ξεφυλλίζοντας και διαβάζοντας και χαιδεύοντας τις σελίδες τους. Αγαπώ τα βιβλία, αποφάσισα ότι θα είναι οι φίλοι μου για πάντα. Θέλω να τα διαβάσω όλα, με την λαχτάρα και το πείσμα του νεοφώτιστου,. όμως δεν ξέρω να διαβάζω. Θα μάθω όμως και θα τους δείξω όλους, τους μεγάλους. Οι κούκλες μπήκαν σε δεύτερη μοίρα, τώρα έχω τα βιβλία μου. Το παιχνίδι μου, η εξερεύνηση της ψυχής μου, η μισή μου ζωή.

Fast forward, τον Ιούνιο του ίδιου έτους, δυο μέρες πριν τα εαρινά μου γενέθλια των έξι στα επτά, έγραψα, εικονογράφησα και σελιδοποίησα το πρώτο μου παραμυθάκι, είμαι ενθουσιασμένη, πετάω από χαρά και χαμογελάω συνεχώς. Το βιβλιαράκι μου είναι έτοιμο.

Θυμάμαι όμως ακόμα το Σεπτέμβριο για το παιδάκι που γύρισε στο σπίτι με δάκρυα γιατί δεν μπορούσε να διαβάσει όπως τα άλλα παιδιά…Θυμάμαι το θυμό των εφηβικών χρόνων, γιατί το σχολικό σύστημα στην Ελλάδα δεν ενσωματώνει, δεν προσπαθεί καν, παιδάκια με δυσλεξία στο βιβλιοκεντρικό εκπαιδευτικό σύστημα των ανεκπαίδευτων δασκάλων.

Θυμάμαι τη προσπάθεια γονιών να καταλάβουν το παιδί τους, να μην μπορούν να διανοηθούν πως δεν μπορεί να διαβάσει και να συγκεντρωθεί, να μην μπορεί να γράψει και να θυμώνει. Θυμάμαι πως ήθελα να βοηθήσω αυτό το παιδάκι και σκεπτόμουν πως πρέπει να υπάρχει και άλλος τρόπος να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες. Θυμάμαι να ρουφάω τη «Θεωρία της αντιαυταρχικής εκπαίδευσης του Ο’ Νηλ- Το πείραμα του Summerhill», στα δεκαπέντε μου, ένα βιβλίο που θα πρεπε να διδάσκεται σε όλους τους παιδαγωγούς ως εναλλακτική μορφή εκπαιδευτικής πραγματικότητας. Θυμάμαι τον εαυτό μου φοιτήτρια να διαβάζω τα απαρχαιωμένα εγχειρίδια που μιλούσαν για τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες λες και ήταν ανόητα, ενώ υπογράμμιζαν ότι είχαν φυσιολογική νοημοσύνη και τα μπέρδευαν με τα εκπαιδεύσιμα άτομα με νοητική υστέρηση. Τότε επαναστάτησα.

Τώρα γνωρίζω πια τον κατάλληλο τρόπο μέσω multimedia εκπαίδευσης, με βίντεο, επαναληπτικές απλές ασκήσεις, μεγάλα ευκρινή και κατανοητά γράμματα, εστιασμένη ανάγνωση και εκπαιδευτικό παιχνίδι πολλαπλών επιλογών με ζωηρά χρώματα και εικονογράφηση παιδική. Όπως το βιβλιαράκι μου, των έξι ετών!

Ο Σεπτέμβρης, λοιπόν, με το παιδικό μπουφανάκι και την κοριτσιστική ζακετούλα, για την ψύχρα του πρωινού παρακαλώ, το κολατσιό μαζί με τα βιβλία, με την τσάντα στον ώμο και την αγουροξυπνημένη φατσούλα, και το μικρό χεράκι μέσα στο μεγάλο χέρι του μπαμπά «για να περάσουμε τα αυτοκίνητα», ανήκει στα παιδιά αυτά που έκαναν όλη τους την προσπάθεια,Image όλα τα σχολικά τους χρόνια. Remember September! 

Συνομιλίες μικρών παιδιών…

Στο τραπέζι της κουζίνας, είχαν απλώσει τα παιχνίδια τους. Lego για κατασκευές και playmobil, τα μικρά ανθρωπάκια που γίνονταν εύκολα παρέα, οικογένεια, φίλοι. Γονείς απασχολημένοι ή ανύπαρκτοι. Το συμβολικό παιχνίδι, με την φαντασία στο κέντρο, απογειώνεται.

Το κοριτσάκι ασχολείται με τα βιβλία της μαμάς που προσπαθεί να οργανώσει μια μικρή βιβλιοθήκη και να τοποθετήσει τα νέα της αποκτήματα με βάση το θέμα και το περιεχόμενο. Ποίηση, νεοελληνική λογοτεχνία, θέατρο, λαική τέχνη, ψυχολογία παιδιών, συμβουλευτική γονέων, κατασκευές, μπατίκ,  βιτρώ, ζωγραφική, ταπισερί λαικής τέχνης της Χιλής, υφαντική και ελληνική παράδοση του αργαλειού.

Ευλογημένη απλότητα της δεκαετίας του ’70, λίγο μετά την μεταπολίτευση.  οι ορίζοντες είναι όλοι ανοιχτοί, όλα είναι διαθέσιμα, είμαστε νέοι, η ζωή μας ανήκει, ας την πάρουμε στα χέρια μας και ας της δώσουμε νόημα, με μια μεγάλη δίψα για εξερεύνηση.

Η πρόσβαση στα βιβλία ήταν πάντα ανοιχτή πρόσκληση, κάθε ενασχόληση καλοδεχούμενη από τη νέα μητέρα, που τελειώνοντας από τον αργαλειό που είχε μέσα στο σπίτι της, ασχολιόταν με το φαγητό των παιδιών, και σκεπτόταν πως θα βρει χρόνο να ολοκληρώσει τις παραγγελίες, «αύριο…».

Μόνο που το μικρό παιδί δεν διάβαζε. Κοίταζε μόνο τις εικόνες στα «Κλασικά Εικονογραφημένα παραμύθια» και έφτιαχνε σενάρια με την αχαλίνωτη φαντασία του. Κανείς, ποτέ, δεν ασχολήθηκε μαζί του…

Το κοριτσάκι πήρε στα χέρια του ένα βιβλίο, άδετο με χάρτινο εξώφυλλο και άκοπες σελίδες. Με τον χαρτοκόπτη, άρχισε να ανοίγει προσεκτικά τις σελίδες και να αποκαλύπτει τις λέξεις. Μετά βάλθηκε να διαβάζει, γρήγορα κατάλαβε ότι μπορούσε να διαβάσει διαφορετικά και άρχισε να τραγουδάει:

«Στους περαζόμενους καιρούς, που οι Έλληνες ορίζαν,
κι οπού δεν είχε η Πίστη τως θεμελιωμένη ρίζαν,…»

Το αγοράκι συνέχιζε το παιχνίδι του με τα αυτοκινητάκια, κάνοντας ήχους όπως η εκκίνηση και το απότομο φρενάρισμα ενός αυτοκινήτου. Το κοριτσάκι τραγουδούσε συλλαβιστά από το βιβλίο ποιημάτων

«…Πως το κάνεις, δείξε μου κι εμένα…»είπε.

«Να, έτσι…» του δειξε την σειρά με τα γράμματα και του τραγούδησε λίγο.

Το αγοράκι κοίταξε με παράξενο βλέμμα: «Τι μιλάς; Ξένα;»

«Όχι,  είναι σαν ελληνικά…αρχαία… ελληνικά!»

Το αγοράκι άνοιξε τα μάτια του. «Πες μου κι εμένα…»

Και το κοριτσάκι , κούνησε τις κοτσίδες του και του έδειξεImage την πρώτη συλλαβή «του…κυ..κλου…τα…». Και μετά τραγούδησε τον δεκαπεντασύλλαβο:

«Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν,
και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν·
και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν,
μα στο Kαλό κ’ εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν·».

Το μικράκι χαμογέλασε: «Θέλω κι εγώ, να μάθω…»

Κι έτσι έμαθε να διαβάζει…

Θάλασσα

Μακριά από τον εαυτό μου, είμαι ένα με τη νύχτα, με τη μέρα, με τη στιγμή.  Μερικές φορές είναι απόλυτος ο φόβος του να παίρνεις την ευθύνη για τον εαυτό σου και να ταξιδεύεις μόνη, κάτω από αυτές τις συνθήκες.  Αλλά πάλι πότε δεν αποδέχτηκα τον πόνο, την αγωνιώδη εγρήγορση, την ψυχή που πάλλεται να βγει από τα πλαίσια του δέρματος, την μοναξιά, την ευθύνη;

Ένα από τα πρώτα μου ταξίδια, ήταν στην εφηβεία μου, ταξίδι ενηλικίωσης στα διπλανά Ιόνια. Η θάλασσα ήταν σαν λίμνη και το πλοίο καλοτάξιδο, το ταξίδι ευγενικό.  Βρήκα ένα μέρος στο σαλόνι και έτσι όπως λικνιζόταν απαλά το καράβι,  αποκοιμήθηκα.  Ονειρεύτηκα τον λόγο που με έκανε να αφήσω το σπίτι μας και να ταξιδέψω 8 ώρες την ίδια μέρα πήγαινε-έλα,  για να δω το νησί του, εκεί που γεννήθηκε,  απροειδοποίητα,  ανεξήγητα, δίχως λογική.  Μήπως οι ερωτευμένοι άνθρωποι έχουν λογική;  Η παρόρμηση οδηγεί πάντα το καραβάκι της ψυχής τους και τους βάζει σε περιπέτειες αίσιου τέλους…πάντα.

Μετά ξύπνησα, γλυκά αποστασιοποιημένη από τους επιβάτες γύρω μου και έμεινα να κοιτώ τη θάλασσα να ανταλλάσσει ανταύγιες με τον ήλιο του Αυγούστου,  λες και επικοινωνούσαν δι’ αλληλογραφίας από καιρό… Φύση διαμάντι,  διάθεση καθαρή, ερωτική χωρίς σεξουαλικά υπονοούμενα και νάζια.  Ήμουν εκεί που ήθελα να είμαι, χωρίς την πρόθεση να συναντήσω κανένα παρά μόνο τον εαυτό μου.

Μόνο η αρμύρα στα χείλη από τον άνεμο μου θύμιζε που ήμουν, τα μάτια κλειστά, το ταξίδι στα μισά, ό, τι και να κάνω δεν γυρίζω πίσω, μου είχες πει σε μια τυχαία συζήτηση :»να τολμήσεις, δεν είναι μακριά, έλα να δεις…και κρίνε μόνη σου».

Λόφοι βραχώδεις από μακριά, εμφανίστηκαν όταν άνοιξα τα μάτια. Αυτό είναι το τοπίο που μου υποσχέθηκες, ψυχή της ψυχής μου; Τι να κάνω εγώ εδώ, στο άψυχο και το άνυδρο της φύσης, σε ποιά σκιά να ξεκουράσω το βλέμμα μου…;

Μπαίνοντας στο λιμάνι, μια μικρή απογοήτευση μου τσιμπούσε επίμονα την καρδιά.  Από εδώ κατάγεσαι; Εδώ είναι το σπίτι σου,  οι συγγενείς σου, οι παππούδες σου, οι ελιές σου, καρδιά μου; Εδώ γεννήθηκες, γλυκέ μου;  Προχωρώντας στην προκυμαία, τραβούσα φωτογραφίες και σκεπτόμουν την αφιέρωση: ο αγαπημένος σου ποιητής, ένα βότσαλο κι ένα κοχύλι από τη θάλασσα των παιδικών σου χρόνων, άμμος φερμένη από τον Λεβάντε της Αδριατικής, πάνω στα πόδια σου. Αστείο, δεν ήταν εκεί, αλλά εγώ δεν παύω να ονειρεύομαι…

Σταμάτησα σε ένα γραφικό σοκάκι και κρύφτηκα στην εσοχή μιας εκκλησίας για να προστατευτώ από το φως, που πάντα κάνει τις ατέλειες αδυσώπητες.  Ήμουν πολύ νέα για να καταλάβω πως ο χρόνος τρέχει και χάνεται, πως ήμουν εκεί που ήθελα να είμαι εκείνη την στιγμή, με τις σκέψεις που διάλεγα, με το σώμα μου, το μόνο που κουβαλούσα μαζί μου, μόλις ενήλικη , ανεξάρτητη, μόνη για πρώτη φορά και έτοιμη να κάνω ότι ήθελα και να πάω όπου με βγάλει. Κοίταξα ψηλά, πάνω από την πόλη. Και τότε είδα τα μαύρα έλατα του Αίνου, ένα διαφορετικό χρώμα πράσινο, βαθύ, που αν πλησιάσεις και το αγγίξεις ευωδιάζει ρετσίνι.  Θυμήθηκα που μου έλεγες για τα άγρια άλογα, που ζουν στο βουνό, δεν είναι τα ίδια με της πατρίδας μου,  που είναι περήφανα μα εξημερωμένα. Ποιος θα ιππεύσει τώρα τα άγρια άλογά σου, φίλε μου;

Στο γυρισμό, είχε δύσει πια ο ήλιος. Αποβιβάστηκα και ενώ κρύωνα από τον άνεμο του νησιού, έμεινα να δω την απομάκρυνση από την στεριά, με άλλα μάτια. Όχι του περαστικού τουρίστα, αλλά εκείνου που αγαπά την πατρίδα του, γιατί τον αγαπά κι εκείνη, γιατί μεταμορφώθηκε σε πατρίδα της ψυχής του.  Κοιτούσα τη θάλασσα, και μετά τον ουρανό εναλλάξ,

ώσπου να γίνουν ένα. Ο ήλιος είχε πια χαθεί. Σε ελάχιστα λεπτά, η θάλασσα έμοιαζε με μια σκοτεινή πυκνή άβυσσος, τη λάτρευα αλλά την φοβόμουν. Δεν έφυγα, έμεινα εκεί, παρά τη ψύχρα του πελάγους σε βραδινό ταξίδι. ‘Εμοιαζε πικροθάλασσα, έτοιμη να με καταπιεί,  κι εγώ δεμένη  στο πλωριό κατάρτι μαζί με τον Οδυσσέα, να ψάχνω διαφυγή από μια περιπέτεια του νου. Δάκρυα αρμύρας έφτασαν στα χείλη μου. Τέλος του ταξιδιού…καληνύχτα Σεβάχ…